Νά λοιπόν που τα ελληνικά ΜΜΕ άρχισαν να “αντιλαμβάνονται” αυτό που έχει αρχίσει να συμβαίνει στις παγκόσμιες αγορές μεταλλευμάτων εδώ και 5-6 χρόνια. Την άνοδο της ζήτησης -άρα και της τιμής- του χρυσού!
Το παρακάτω άρθρο είναι από το Βήμα της 20/1/2008 και αποτελεί -καλή σχετικά- μετάφραση από αντίστοιχο άρθρο της Wall Street Journal: The World Melts for Gold (άρα οι ξένοι πάλι μας ανοίγουν τα μάτια…)
Απολαύστε το:

Το κίτρινο μέταλλο ξαναβρίσκει τον ρόλο του στην παγκόσμια οικονομία
Ο χρυσός επανέρχεται. Απέναντι στους φόβους, στις αστάθειες, στις ανισορροπίες, στις αναταραχές της οικονομίας και του κόσμου, και πάλι ο χρυσός αναζητείται ως ασφαλές καταφύγιο. Ακόμη και οι επενδυτές, που τόσα σύνθετα «προϊόντα» έχουν κατασκευάσει, μοιάζουν να επιστρέφουν, όπως οι παππούδες μας, από τους αιθέρες των τίτλων και των παραγώγων στην ευτέλεια του υλικού μας κόσμου. Οπως το εξηγεί στον «Figaro» ο πλέον προβεβλημένος διαχειριστής χρυσού της BlackRock στο Λονδίνο, ο Γκράχαμ Μπιρς, «οι επενδυτές έχουν γίνει νευρικοί με τις χρηματοπιστωτικές αγορές και αρχίζουν να ψάχνουν για σίγουρα μέρη για να επενδύσουν. Ο χρυσός αρχίζει να ξαναβρίσκει τον ρόλο του ως καταφυγίου». Πέρα από τα σκαμπανεβάσματα, μέρα με τη μέρα, για την άνοδο της τιμής του χρυσού, που ξεπέρασε και τα 900 δολάρια η ουγκιά στην αρχή της εβδομάδας, έστω και αν μειώθηκε κάπως μετά, οι κινήσεις αυτές των επενδυτών μπορεί να βρίσκονται στη ρίζα της. Οπως εξηγεί ένας άλλος ειδικός επίσης στον «Figaro», ο Γκυ Κοτέν, ο οποίος συγκεντρώνει τα κύρια αιτήματα για χρυσό απ’ όλα τα τραπεζικά δίκτυα της Γαλλίας, «εδώ και δύο εβδομάδες βλέπουμε πιο πολλούς αγοραστές από πωλητές». Και όταν η ζήτηση ξεπερνά την προσφορά, όπως λένε οι οικονομολόγοι, τότε η τιμή ανεβαίνει. Η άνοδος όμως της τιμής του χρυσού είναι πιο μακροχρόνια. Εχει ξεκινήσει από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, έστω και αν τώρα μοιάζει να επιταχύνεται.Η τιμή του χρυσού μόλις τώρα έπιασε τα 850 δολάρια, δηλαδή το ανώτερο επίπεδο όπου είχε φθάσει το 1980. Και από απόψεως αγοραστικής δύναμης εξακολουθεί να υπολείπεται πολύ από το τότε επίπεδο. Σε σταθερά δολάρια, δηλαδή παίρνοντας υπόψη τον αμερικανικό πληθωρισμό τα 28 τελευταία χρόνια, η τιμή του χρυσού φθάνει τώρα μόλις τα 400 δολάρια, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ινστιτούτου συγκυρίας COE-Rexecode. Βέβαια, το ίδιο ισχύει και για το πετρέλαιο, το οποίο, έτσι, στα 100 δολάρια σήμερα, απλώς ξαναβρίσκει τις τιμές του χειμώνα του 1980, όταν είχε 40 δολάρια το βαρέλι, αν μετρηθεί σε σταθερά δολάρια. Μαύρος και κίτρινος χρυσός φαίνεται να ακολουθούν μακροχρόνια παράλληλη πορεία – έστω και αν στη συγκυρία η ζήτηση και η προσφορά των δύο είναι αρκετά διαφορετικές. Αλλωστε, ακόμη και πιο παλιά να πάμε, πριν από την κρίση της δεκαετίας του 1970 και προτού ο Νίξον σταματήσει τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό, το 1971, ακόμη και τότε που η ουγκιά είχε εξ ορισμού 35 δολάρια, η τιμή του βαρελιού πετρελαίου κυμαινόταν και τότε στο επίπεδο του ενός δεκάτου με ένα δωδέκατο της αξίας της ουγκιάς του χρυσού. Είναι ο λόγος για τον οποίο μερικοί χρησιμοποίησαν την αναλογία αυτή ως τον «κανόνα» της αξίας: δέκα φορές περισσότερο θα άξιζε, έτσι, η ουγκιά από το βαρέλι – που θα σήμαινε ότι, με 100 δολάρια το βαρέλι, ο χρυσός θα πρέπει να «πιάσει» τα 1.000.

* Ζήτηση

Ωστόσο, όπως ισχύει σε όλα τα εμπορεύματα, η μακροχρόνια αξία τους δεν καθορίζεται από τις διακυμάνσεις της τιμής τους στις διάφορες κερδοσκοπικές αγορές (προθεσμιακές, αξιών κτλ.) αλλά από τις συνθήκες παραγωγής τους. Ακόμη και για τον χρυσό, που ως τέτοιος μπορεί να κρατηθεί για αρκετό διάστημα και να υποστεί αλλαγές στην τιμή του από απότομες μεταβολές στην αγορά, τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά. Από τις περίπου 3.500 τόνους που ζητούνται ετησίως στον κόσμο, μόνο το ένα έβδομο ζητείται για «επένδυση», δηλαδή ως απόθεμα αξίας, ενώ η διπλάσια περίπου ποσότητα προέρχεται, όχι από φρέσκια παραγωγή, αλλά από ανακύκλωση. Φαίνεται ότι οι επενδυτές έχουν αρχίσει να ενδιαφέρονται για τον χρυσό, σε φυσική μορφή, τα τελευταία χρόνια και είναι ο ένας από τους λόγους που εξηγεί την αυξημένη ζήτηση. Με τα νέα προϊόντα Exchange Traded Fund μπορεί μάλιστα ο «επενδυτής» να τοποθετήσει σε χρυσό, κρατώντας τη δυνατότητα να τα ξαναπουλήσει στα χρηματιστήρια. Σύμφωνα με τον Ερβέ Λιεβόρ της Axa Investment Managers, «σε λιγότερο από πέντε χρόνια τα ETF συσσώρευσαν χρυσό που φθάνει στο ένα έβδομο των παγκοσμίων αποθεμάτων του». Πολύ μεγαλύτερα αποθέματα όμως από το σύνολο των ιδιωτών επενδυτών διαθέτουν η καθεμία από τις κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ελβετίας, καθώς και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.Οι επενδυτές, είναι αλήθεια, τοποθετούν όχι μόνο σε χρυσό αλλά και σε άλλα προϊόντα που συνδέονται με αυτόν, όπως σε μετοχές των αντίστοιχων ορυχείων. Συνολικά ωστόσο, συμπεριλαμβάνοντας αυτές τις αξίες, η αναπροσαρμογή για να συμπεριληφθεί ο χρυσός στα χαρτοφυλάκιά τους φθάνει, στην καλύτερη περίπτωση, το 10%, σύμφωνα με έναν άλλον ειδικό, τον Ερίκ λε Κοζ της Carmignac Gestion. Στην πράξη το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα της ζήτησης χρυσού γίνεται όχι για χρήμα ή για «επένδυση» αλλά για το ίδιο το μέταλλο ως τέτοιο. Ενα μικρό τμήμα χρησιμοποιεί η οδοντιατρική και ορισμένοι άλλοι βιομηχανικοί κλάδοι, αλλά η κοσμηματοποιία από μόνη της απορροφά ουσιαστικά όλη την παγκόσμια παραγωγή χρυσού. Η ζήτηση επομένως κυρίως συνδέεται με την ανάδυση νέων και πιο πλούσιων κοινωνικών στρωμάτων, ειδικά στις χώρες που παραδοσιακά αποτιμούσαν τα χρυσά κοσμήματα ως ιδιαίτερης αξίας: η Ινδία, έτσι, παραμένει πρώτος καταναλωτής παγκοσμίως, αλλά και η Κίνα, που μαζί με την Ινδία αποτελεί το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού και συμβάλλει σε αυτή την τωρινή αύξηση της κατανάλωσης, αλλά και παραγωγής. Η Κίνα αναμένεται εφέτος να ξεπεράσει ακόμη και τη Νότιο Αφρική και να γίνει πρώτος παραγωγός χρυσού στον κόσμο.

* Παραγωγή

Το ότι η Κίνα φιλοδοξεί να πάρει τα πρωτεία από τη Νότιο Αφρική στην παραγωγή χρυσού οφείλεται ωστόσο και σε έναν άλλον λόγο, που συνδέεται με τις συνθήκες παραγωγής: είναι το γεγονός ότι ο κλάδος είναι εξαιρετικά κατακερματισμένος. Από τις 2.500 τόνους χρυσού που παράγονται ετησίως, μόνο το 30% παράγεται από τις πέντε μεγαλύτερες εταιρείες, με την πρώτη, την αμερικανική Barrick, να παράγει 360.000 κιλά και τη δεύτερη, τη νοτιοαφρικανική AngloGold Ashanti, να παράγει 175.000. Υπάρχουν χιλιάδες μικροπαραγωγοί χρυσού στον κόσμο, πράγμα που εν μέρει οφείλεται στα σχετικά μικρά κεφάλαια που απαιτεί η είσοδος στον κλάδο, για δαπάνες αναζήτησης χρυσού. Επιπλέον, συχνά ο χρυσός είναι υποπροϊόν άλλων μεταλλευμάτων, και έτσι μερικά από τα σημαντικότερα χρυσωρυχεία είναι, βασικά, ορυχεία χαλκού, ιδιαίτερα τα μεγάλα, στη Νότιο Αφρική, στην Αμερική ή στην Αυστραλία. Τέλος, η διασπορά του κλάδου επιτρέπει τη συγκεντροποίηση, όπως έγινε με την πέμπτη εταιρεία παγκοσμίως, τη Harmony Gold, που σήμερα διαθέτει 21 χρυσωρυχεία και απασχολεί περίπου 55.000 εργαζομένους, αλλά το 1995 δεν διέθετε παρά μόνον ένα ορυχείο.

Ωστόσο η συγκεντροποίηση του κλάδου, που στην ουσία μένει να γίνει, αν γίνει, καθορίζεται από τις ανάγκες της ίδιας της ζήτησης και τις τιμές που είναι διατεθειμένη να πληρώσει. Στην πραγματικότητα, ύστερα από καμιά τριανταριά χρόνια πολύ μικρών επενδύσεων για έρευνα, η τελευταία ξανάρχισε να αυξάνεται στις αρχές της δεκαετίας μας, προφανώς καθοδηγούμενη από τις αυξημένες ανάγκες για κατανάλωση χρυσού. Αν πιστέψουμε τις στατιστικές του Παγκοσμίου Συμβουλίου Χρυσού (WGC), η ανθρωπότητα από τις αρχές της ως το 1950 είχε συνολικά εξορύξει κάπου 55.000 τόνους χρυσό. Μέσα στις λίγες επόμενες δεκαετίες προσέθεσε δύο φορές τόσα, δηλαδή άλλες 100.000 τόνους, που σημαίνει ότι η παραγωγή χρυσού επιταχύνθηκε εντυπωσιακά. Ωστόσο η αυξημένη αυτή παραγωγή οδηγεί, για μια σειρά ορυχεία, σε αρκετή αύξηση του κόστους εξόρυξης. Το βαθύτερο χρυσωρυχείο στον κόσμο, που βρίσκεται στη Νότιο Αφρική, έχει βάθος 3,3 χιλιομέτρων! Και, με την αύξηση της τιμής του χρυσού, επίσης γίνεται αντιμετωπίσιμη η εξόρυξη ακόμη και σε βάθος 4,5 χιλιομέτρων!

Το κόστος παραγωγής στα χρυσωρυχεία αυτά, που είναι απαραίτητα για να ικανοποιηθεί η αυξημένη κατανάλωση, είναι εκείνο που θα καθορίσει και τις τιμές τελικά και μακροχρόνια. Ωστόσο στις σημερινές συνθήκες, της μεγάλης διασποράς των επιχειρήσεων, η παραγωγή χρυσού αφήνει γενικά σημαντικά περιθώρια κέρδους.